Η επίδραση βλαπτικών ουσιών στην καρδιά, το κυκλοφορικό συστημα, τους ιστους και τα όργανα του ανθρώπινου οργανισμού. Πως βλαβερές ουσίες προκαλούν προβλήματα όπως η βραδυκαρδία - ταχυκαρδία, το οίδημα, 

της Δήμητρας Σπανού , Χημικού, Καθηγήτριας Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, 1ου Γυμνασίου Δάφνης

 

υπό κατασκευή

 

Είναι κατανοητό, ότι οι  τοξικές ουσιες μπορούν να επιρρεάσουν το ενδοκρινικό σύστημα, εφ όσον η δράση τους πάνω στις ορμόνες έχει αποδειχθεί. Επίσης και η δράση τους στο νευρικό σύστημα , αφού πολλές από αυτές επιρρεάζουν τους νευροδιαβιβαστές , με αγωνιστική ή ανταγωνιστική συμπεριφορά. Εκεί που χρειάζεται να γίνει μεγαλύτερη έρευνα και να δωθούν περισσότερες διευκρινίσεις, είναι η επίδρασή τους στο κυκλοφορικό και αναπνευστικό , εφ όσον στις δηλητηριάσεις, έχουμε πολλές  φορές, συμπτώματα που σχετίζονται και με την κυκλοφορία του αίματος  και  με την καρδιά ( ταχυκαρδία, βραδυκαρδία, αρρυθμίες  κ.α.) 

Την απάντηση θα την πάρουμε αφού αντιληφθούμε ότι  η ρύθμιση του κυκλοφορικού και η καρδιά βρίσκονται κάτω από τον  έλεγχο του νευρικού συστήματος 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Το Κυκλοφορικό Σύστημα 

Είναι ένα κλειστό σύστημα σωλήνων  (αρτηριών, τριχοειδών και φλεβών)  μεταξύ των οποίων παρεμβάλεται η καρδιά. Η κινούσα δύναμη για την κυκλοφορία του αίματος είναι η διαφορά πίεσης στην αρχή και το τέλος του συστήματος της ροής. Κατά μήκος της ροής έχουμε ελάττωση της πίεσης που καταναλώνεται για να υπερνικίσει τις αντιστάσεις στην ροή. Η απώλεια αναπληρώνεται με την άσκηση δύναμης στην αρχή των αρτηριών της μεγάλης κυκλοφορίας (αορτή) και της μικρής (πνευμονική αρτηρία). Τον ρόλο αυτόν τον αναλαμβάνει η καρδιά.

Για τον λόγο ότι τα αγγεία του σώματος δεν βρίσκονται συνεχώς σε σταθερή κατάσταση, ιδιαίτερα τα τριχοειδή όπου αλλάζει ο αριθμός και το εύρος τους ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού, από τις τρεις παραμέτρους του κυκλοφορικού 

1. αρτηριακή πίεση

2. καρδιακή παροχή

3. ολική αγγειακή αντίσταση

 αυτό που πρέπει να παραμένει σταθερό είναι η αρτηριακή πίεση  , ενώ οι άλλες δύο μεταβάλλονται  

Λειτουργεί λοιπόν κεντρικός συντονιστικός μηχανισμός που αφού πληροφορείται για την κατάσταση που επικρατεί σε ολόκληρο το σώμα στα αγγεία και την καρδιά, ρυθμίζει την καρδιακή παροχή ώστε να εξισορροπέι τις μεταβολές. Για να ρυθμίσει την παροχή ρυθμίζει την ένταση στους ιστούς του κυκλοφορικού

  • Η αντίσταση στην ροή των αγγείων εξαρτάται από την υφή του αίματος, τον αριθμό των τριχοειδών αγγείων που συμμετέχουν στην κυκλοφορία ανάλογα με τον μεταβολισμό, Το εύρος επίσης των αγγείων σε κάθε περιοχή του σώματος είναι κάτω από των έλεγχο του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος, με δυνατότητες σύσφιξης ή χαλάρωσης ανάλογα. 

 οι αντιστάσεις στην ροή μεταβάλλονται , μεταβάλεται αντίστοιχα και η παροχή του αίματος ώστε να διατηρείται σταθερή η αρτηριακή πίεση

Η αρτηριακή πίεση στην αρχή της κυκλοφορίας είναι η μέγιστη γιατί εκεί έχουμε το στενότερο σημείο της κυκλοφορίας (διάμετρος αορτής 3cm). Αμέσως μετά τα αγγεία πολλαπλασιάζονται , διευρύνονται και όταν καταλήγουν σε τριχοειδή (για την  μεγάλης κυκλοφορίας διατομή 800 φορές μεγαλύτερη από της αορτής), αυξάνει ή ελαττώνεται ο αριθμός που ενεργοποιούνται κάθε φορά,  ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού.

  • Επίσης το ΚΝΣ ασκεί έλεγχο απευθείας και  στην καρδιά ρυθμίζοντας τις ώσεις (παλμούς) με ταν πνευμονιογαστρικά νεύρα που αναφέρονται πιο κάτω. Έτσι αν για  παράδειγμα ασκείται έντονη μυική εργασία τότε η καρδιά αυξάνει την συχότητα των παλμών της και βέβαια αυξάνεται και η ταχύτητα του αίματος στα αγγεία. εάν τα αγγεία δεν έχουν δυνατότητα επί πλέον διεύρυνσής τους

Οι περιοχές στον προμήκη  είναι τα εξής:

1. Η υπερτασική περιοχή που διεγείρει την έκκριση νοραδρεναλίνης και έτσι ασκείται μια διαρκή τάση στά αγγεία που τα διατηρεί σε έναν βαθμό αγγειοσυστολής , γνωστή σαν μυικός τόνος.

2. η υποτασική περιοχή που ρυθμίσει την έκκριση GABA (αρνητική ανάδραση) . Το GABA είναι ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής που αναστέλλει στην περίπτωση αυτή την λειτουργία της υπερτασικής περιοχής  , προκαλεί διαστολή των αγγείων , χαλάρωση, βραδυκαρδία, πτώση πίεσης. 

3.μια περιοχή που επηρρεάζει την καρδιά και το κυκλοφορικό.  Διέγερση της περιοχής αυτής προκαλεί αύξηση του τόνο  των πνευμονογαστρικών νεύρων (τα οποία ελέγχει) . Η επίδραση στην καρδιά  ανάλογα με τους υποδοχείς  είναι  

α. διεγερτική (επιτάχυνση παραγωγής διεγέρσεων - ταχυκαρδία)  και αύξηση της έντασης της συστολής  όταν λειτουργουν οι συμπαθητικές  νευρικές ίνες

β. χαλαρωτική (επιιβραδυνση παραγωγής διεγέρσεων - βραδυκαρδία)  και μείωση της έντασης της συστολής  όταν λειτουργουν οι παρασυμπαθητικές  νευρικές ίνες

Νευροδιαβιβαστής είναι η ακετυλοχολίνη και στις δυο περιπτώσεις

 

 

Πως ρυθμίζεται η φυσιολογική λειτουργία της καρδιάς 

Η λειτουργία της καρδιάς ρυθμίζεται από περιοχές του εγκεφάλου στον προμήκη μυελό

Οι περιοχές του που αφορούν τον έλεγχο της καρδιάς  είναι στον προμήκη μυελού (καρδιαγγειακά κέντρα)  Τα κέντρα αυτά δέχονται πληροφορίες από διάφορα άλλα τμήματα του εγκεφάλου και από την περιφέρεια 

Αισθητήρες που μεταφέρουν πληροφορίες στο ΚΝΣ για την κατάσταση στην καρδιά 

Την κατάσταση της καρδιάς και της λειτουργίας αυτής καταγράφουν δυο τύπων αισθητήρες: Οι τασιουποδοχείς και οι χημειουποδοχείς

 Τασιουποδοχείς  

καί στην καρδιά και μετρούν την πίεση στα αγγεία.  Υπάρχουν τασιουποδοχείς για χαμηλές πιέσεις και στην καρδιά των ανθρώπων τους βρίσκουμε  (που καταλήγουν φλέβες) στα τοιχώματα του δεξιού κόλπου και δεξιάς κοιλίας της καρδιάς, ενώ τασιουποδοχείς για υψηλές πιέσεις βρίσκονται στο αορτικό τόξο (5)και στο τοίχωμα της αριστερής κοιλίας   και στέλνουν τις μετρήσεις τους απευθείας στον προμήκη μυελό

Οι τασιουποδοχείς, ενεργοποιούνται και αποστέλλουν με τις κεντρομόλες νευρικές ίνες στον προμήκη από  τον αριθμό των νευρικών ώσεων στην καρδιά
Υπάρχουν σε όλο το κυκλοφορικό  τασιουποδοχείς (καρωτίδες) αλλά υπάρχους και στους πνεύμονες στους οποίους ελέγχουν την διάταση και την συρρίκνωση, ώστε αποστέλλουν στο ΚΝΣ τον αριθμό των  νευρικών ώσεων που ρυθμίζουν την διαστολή και συστολή των πνευμόνων.
 
 
Οι χημειοαισθητήρες ,του κυκλοφορικού,  βρίσκονται σε όλο το σώμα στο εσωτερικό των αγγείων για τον έλεγχο χημικών ουσιών και την ρύθμιση οξυγόνου και του διοξείδιου του άνθρακα στο αίμα.
Βρίσκονται ακόμα και στους αεραγωγούς οδούς ,  (λάρυγγας, τραχείες, βρόγχοι) που ενεργοποιούνται με την επίδραση διάφορων διεγερτικών ουσιών και στέλνουν μύνημα με τις  νευρικές ίνες του πνευμονιογαστρικού στον προμήκη , όπου διεγείρουν το ανασταλτικό κέντρο με αποτέλεσμα βραδυκαρδία και σε περιπτώσεις ανακοπή 
Με βάσει αυτές τις πληροφορίες που καταλήγουν στον προμήκη νευρικές απολήξεις από τα 3 κέντρα της καρδιάς που αναφέρθηκαν και δίνουν εντολές για την λειτουργίας της. 
 

Παραδείγματα:

  •  Εάν οι υποδοχείς στον προμήκη δώσουν χαμηλή τάση του CO2 (υποκαπνία) αναστέλεται το ανασταλτικό κέντρο του  με αποτέλεσμα ταχυκαρδία, άρα εντονότερη η πρόσληψη του οξυγόνου και ο μεταβολισμός (που δίνει το  CO2) 
  • Σε αντίθετη περίπτωση αύξησης του διοξείδιου του άνθρακα (υπερκαπνία)  προκαλεί αύξηση του νευρογενή τόνου των αγγείων (πλην της καρδιάς και του εγκεφάλου που δεν διαθέτουν) .

Για τον αγγειακό τόνο αναφέρεται πιο κάτω 

Συνέπεια αυτού είναι η μείωση της αιμάτωσης των οργάνων και κυρίως του δέρματος , του γαστρεντερικού και των μυών. Ταυτόχρονα αύξηση της αιμάτωσης του εγκεφάλου και της καρδιάς (κεντροποίηση της κυκλοφορίας). Προφανώς η λειτουργία της καρδιάς εντείνεται  όπως και η διαδικασία της αναπνοής

  • Ανώτερα συνεργαζόμενα κέντρα του εγκεφάλου, στον φλοιό και τον υποθάλαμο, ασκούν επιδράσεις στα κέντρα της καρδιάς και το αγγειοκινητικό, ώστε προκαλούν ανάλογα αποτελέσματα, βραδυκαρδία ή ταχυκαρδία, αγγειοδιαστολή ή αγγειοσυστολή, ανάλογα προς τα που πρέπει να ισορροπήσει το σύστημα
  • Νευρικές ώσεις από τασιουποδοχείς στην περιφέρεια αποστέλονται σε κέντρα που ρυθμίζουν την κυκλοφορία. Ο αριθμός  τους ανά δευτερόλεπτο , είναι  ανάλογος της αρτηριακής πίεσης που επικρατεί στα αγγεία. Αύξημένος αριθμός κεντρομόλων ώσεων αναστέλει το επιταχυντικό κέντρο της καρδιάς στον προμήκη, και το αγγειοκινητικό, με αποτέλεσμα την βραδυκαρδία, μείωση έντασης συστολής στην καρδιά και διαστολή των αγγείων
  • Η ακετυλοχολίνη επιδρά σε ειδικούς υποδοχείς, στην κυτταρική μεμβράνη των ινών του μυοκαρδίου και επιρεάζουν την διέλευση των  ιόντων Νατρίου. Η επίδραση διαρκεί ελάχιστα γιατί η ακετυλοχολίνη διασπάται  με την βοήθεια του ενζύμου ακετοχολινεστεράση. Ουσίες που δεσμεύουν ή καταστρέφουν την ακετοχολινεστεράση σε υποδοχείς του παρασυμπαθητικού, επιτείνουν εκεί την δράση της ακετυλοχολίνης  με αποτέλεσμα την βραδυκαρδία. Τέτοια ουσίες είναι για παράδειγμα τα δηλητήρια , οργανοφωσφωρικοί εστέρες  και  οι εστέρες των καρβαμιδίων  το δηλητήριο της μέλισσας , ο οξικός μόλυβδος κ.α.

βλέπε για αντιχολινεστερασικά στο

 Ουσίες βλαβερές και δηλητηριώδεις. Μέρος Τρίτο. Πως επιδρούν οι βλαβερές ουσίες στα ενζυμικά συστήματα του οργανισμού. Εμπόδιση στην σύνδεση, τροποποίηση δομής. Κυανυούχες, Καρβαμιδικοί Εστέρες, Ενώσεις Αρσενικού, Αντιμόνιου Μονοξείδιο Άνθρακα, Μόλυβδος, Διαβάστε περισσότερα: dimitra-spanoy.webnode.gr/products/oysies-vlaveres-kai-dilitiriodeis-meros-trito-viochimikes-epiptoseis/

Είναι οι ονομαζόμενες αντιχολινεστερασικές που δρουν σε ιστούς και όργανα που δρουν εκεί χολιναγωγά νεύρα στα οποία προκαλούν συγκέντρωση ακετυλοχολίνης. Στο κυκλοφορικό εμφανίζεται αγγειοδιαστολή και βραδυκαρδία

 

Αντίθετα υπάρχουν άλλες ουσίες που παρακωλύουν την επίδραση της ακετυλοχολίνης στα  πνευμονιογαστρικα νεύρα του παρασυμπαθητικού με συνέπεια να δρα στους υποδοχείς του συμπαθητικό που προκαλεί ταχυκαρδία. Μια τέτοια ουσία είναι η ατροπίνη που χορηγείται και σαν αντίδοτο σε περιπτώσεις δηλητηριάσεων από τα αντιχολινεστερασικά.

 βλέπε για ατροπίνη στο

Ουσίες βλαβερές και δηλητηριώδεις. Μέρος Έβδομο. Δηλητηριώδεις ουσίες από φυτά που έχουν και φαρμακευτικές ιδιότητες

 

  • Αισθητήριοι υποδοχείς σε αεραγωγούς σωλήνες ενεργοποιούνται από ουσίες πάνω σε βλενογόνο, λάρυγγα, τραχείες βρόγχους και αποστέλλουν κεντρομόλες νευρικές ώσεις στο πνευμονογεστρικό κέντρο στον προμήκη μυελό, διεγείρουν το ανασταλτικό κέντρο της καρδιάς και προκαλούν βραδυκαρδία μέχρι και ανακοπή

 

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

 
Φυσικοί τρόποι μεταφοράς ουσιών μέσα στο ανθρώπινο σώμα.
 
Οι ουσίες που είναι απαραίτητο να κυκλοφορούν μέσα στο ανθρώπινο σώμα βρίσκονται τις περισσότερες φορές διαλυμένες στα σωματικά υγρά (αίμα, μεσοκυττάριο υγρό, ούρα, σίελος κ.λ.π.). 
Οι τρόποι να διακινηθούν νερό και ουσίες μέσα και δια μέσου  αγγείων καθορίζονται από νόμους της φυσικής 
Στην περίπτωση της ύπαρξης αερίων διαλυμάτων που συναντώνται μέσα στις πνευμονικές κυψελίδες, η μεταφορά ουσιών  από και προς αυτές ακολουθεί περίπου τους ίδιους φυσικοχημικούς νόμους μεταφοράς ουσιών μεταξύ διαλυμάτων με καθοριστικές όμως τροποποιήσεις.
Εδώ βέβαια  αναφέρονται οι μερικές πιέσεις των αέριου (οξυγόνου,αζώτου , διοξειδίου του άνθρακα κ.ο.κ)
Να επανέλθουμε όμως στα υγρά διαλύματα δια μέσου των οποίων διακινούνται οι ζωτικές  ουσίες Πρακτικά συναντάμε τα εξής οριοθετημένα διαλύματα 
1.Τα αγγεία του κυκλοφορικού συστήματος αρτηρίες φλέβες και τριχοειδή υπάρχει το αίμα που περιέχει με νερό, ανόργανα , ιόντα,  μικρά μόρια (γλυκόζης , λιπαρών οξέων, λιπών, , αμινοξέων , χρωστικών, βιταμινώνκ.α.)
 
2. Στο χώρο ανάμεσα στα κύτταρα υπάρχει το μεσοκυττάριο υγρό  ( υγρό μεταξύ των κυττάρων) που περιέχει επίσης διαλυμένες ουσίες που περνούν από το αίμα και τα κύτταρα μέσω των μεμβρανών. 
 
3.Τις  κλειστές μεμβράνες όπως είναι η κυτταρική  που περικλείει το περιεχόμενο του κυττάρου.
 
Στην πράξη μας ενδιαφέρει  η ανταλλαγή ουσιών με το εσωτερικό του κυττάρου ( όπως και με τα οργανίδια  στο εσωτερικό των κυττάρων ) . Αυτοί οι χώροι βέβαια επικοινωνούν μεταξύ τους και ανταλλάσουν ουσίες δια μέσου των μεμβρανών , που είναι ένα θέμα που χρειάζεται ιδιέταιρη πποσοχή και μελέτη
 
Η  κινητήρια δύναμη για την διακίνηση ουσιών  δια μέσου των μεμβρανών είναι η διαφορά πιέσεων στις δυο πλευρές της μεμβράνης
Δηλαδή της υδροστατικής, της αρτηριακής (που είναι πιεζοπλευρική στα τοιχώματα των αγγείων) , της κολλοειδοσμωτικής λόγω των λευκωμάτων του αίματος, της ολικής Ωσμωτικής αλλά και των μερικών πιέσεων του κάθε συστατικού των διαλυμάτων.
Για τα υγρά διαλύματα υπάρχουν οι  εξής τρεις τρόποι διακίνησης: 
Α. Διάχυση: Μεταξύ δυο διαλυμάτων διακινούνται ουσίες από αυτό με την μεγαλύτερη προς αυτό με την μικρότερη συγκέντρωση  (γλυκόζη, αμονοξέα, ουρία, ανόργανα ανιόντα και κατιόντα οξυγόνο και διοξείδιο του άνθρακα κ.α.).Αποτελεί τον κυριότερο μηχανισμό διακίνησης βασικών ουσιών λόγω διαφοράς των συγκεντρώσεων και των μερικών πιέσεων τωων συστατικών των διαλυμάτων.
Β. Διήθηση : Μεταφορά νερού με τις διαλυμένες ουσίες του μεταξύ των τοιχωμάτων των τριχοειδών με κινούσα δύναμη την διαφορά της υδροστατικής πίεσης
Γ. ΔιαπίδησηΜεταφορά νερού με τις διαλυμένες ουσίες του μέσα από τα τοιχώματα των τριχοειδών με κινούσα δύναμη την κολλοειδωσμωτική πίεση 
(Η κολλοειδωσμωτική πίεση είναι η πίεση που ωφείλεται σε διαλυμένες πρωτείνες που  η τιμή της είναι  αμεληταία, εκτός από τα τριχοειδή όπου υπερτερεί της υδροστατικής και αρτηριακής, ώστε να παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανταλλαγή ουσιών με τα κύτταρα)
 
Τα δυο αναπνευστικά αέρια το οξυγόνο που μεταφέρεται διαρκώς στα κύτταρα για να χρησιμοποιηθεί για τις οξειδώσεις καθώς και το διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται από αυτές αλλάζουν συχνά περιβάλλον και τρόπους διακίνησης στην διάρκεια αυτής της πορείας τους. 
Οι πνεύμονες, όργανα με μεγάλη ελαστικότητα διοχετεύουν διαρκώς μέσω των αεροφόρων οδών ατμοσφαιρικό αέρα στις πνευμονικές κυψελίδες που καταλήγουν.Από εκεί  το οξυγόνο  μέσα στα τριχοειδή της μικρής κυκλοφορίας και απο εκεί καταλήγει στα κύτταρα ώστε να χρησιμοποιείται τελικά για τις οξειδώσεις ουσιών μέσα στα κύτταρα
Και  αυτός  είναι ο λόγος  που πρέπει διαρκώς να αναπληρώνεται μέσω της αναπνοής, καθώς και να απομακρύνεται το διοξείδιο του άνθρακα και οι άλλες ουσίες που παράγονται ταυτόχρονα. 
 
 
 
Η Ωσμωση , η ωσμωτική πίεση , η υδροστατική και η κολλοειδοωσμωτική
 

Ώσμωση εμφανίζουν  διαλύματα διαφορετικής συγκέντρωσης που χωρίζονται από μεμβράνη επειδή στο αραιότερο διάλυμα τα μόρια έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα διαπερνούν την μεμβράνη μέχρι να εξισωθούν οι συγκεντρώσεις. Για να εμποδιστεί το φαινόμενο της ώσμωσης πρέπει να ασκηθεί πίεση που λέγεται ωσμωτική πίεση.
Στα αγγεία του κυκλοφορικού λόγω παρουσίας άλλων διαλυμένων ουσιών (ανόργανα ιόντα και μικρά μόρια ) εμφανίζεται το φαινόμενο της ώσμωσης και της ωσμωτικής πίεσης. Με διάφορους μηχανισμούς όπως η λειτουργία των νεφρών και η διακίνηση ιόντων με τον έλεγχο ορμονών,  διατηρείται μεταξύ πλάσματος του αίματος και υγρού των ιστών ισοιοντία
 
Στο  πλάσμα   εμφανίζεται και η κολλοειδοωσμωτικη πίεση  που  οφείλεται επίσης στην παρουσία μεγάλων μορίων κυρίως  λευκωμάτων . Είναι αμεληταία στην κυκλοφορία στις αρτηρίες και φλέβες γιατί είναι   πολύ μικρότερη   από  την   ωσμωτική λόγω μικρομοριακών μορίων και  ιόντων  .περίπου 1/200 της ωσμωτικής  στο πλάσμα αλλά και στο υγρό των ιστών που οφείλεται σε διαλυμένα ιόντα και μικρομοριακές ουσίες. Όμως παίζει καθοριστικό ρόλο όταν το αίμα διέρχεται απότα τριχοειδή αγγεία. 
 Εδώ όμως εκτός από τις ωσμωτικές  θα πρέπει να αναφέρουμε και την κυριότερη την αρτηριακή πίεση  που η καρδιά ασκεί στο αίμα.
 
Το αίμα στα αγγεία κινείται λόγω των ώσεων της καρδιάς που μεταφέρει την πίεση από τις συστολές της  στην αορτή και αυτός είναι ο λόγος που το αίμα μέσω των αρτηριών διαμοιράζεται σε ολόκληρο το σώμα.
Στην υδροδυναμική και στην αιμοδυναμική που κατά προσέγγιση οι νόμοι της ταυτίζονται με την υδροδυναμική, κινούσα δύναμη στα υγρά είναι η διαφορά πιέσεως και αυτό κυρίως είναι η αρτηριοφλεβική διαφορά πίεσης , αυτή  αορτή και η τελική φλεβική πίεση που θεωρείται μηδέν, δηλαδή ίση με την ατμοσφαιρική.
 
 Σε κάθε διοχέτευση αίματος στην αορτή, η πίεση αυτής αυξάνεται απότομα και αυτή η αύξηση επεκτείνεται κατά μήκος όλων των αρτηριών και φράνει έως τα αρτηρίδια.Συνεπώς το κυκλοφορικό σύστημα βρίσκεται συνεχώς σε  λειτουργία για να διατηρήσει την πίεση στην αορτή. Η αρτηριακή πίεση είναι κυρίως πιεζοπλευρική πίεση που ασκείται στα τοιχώματα των αρτηριών που είναι ελαστικές. 
 Το αίμα περνά στα φλεβίδια μέσω ενός πυκνού δικτύου τριχοειδών που αποτελούν το λειτουργικά σημαντικότερο τμήμα του κυκλοφορικού γιατί πετυχαίνουντην διατήρηση της ομοιόστασης του υγρού των ιστών.  Αποτέλεσμα εικόνας για τριχοειδη αγγεια
Τα γνήσια τριχοειδή δεν φέρουν μυικές ίνες για να μπορέσουν να ρυθμίσουν την πίεση με την σύσφιξη ή την χαλάρωση και συνεπώς την πίεση, όπως οι αρτηρίες. Φέρουν όμως στην αρχή τους δυο λείες μυικές ίνες που με την συστολή ή την χαλάρωσή τους ρυθμίζουν την ροή του αίματος στο τριχοειδές. 
 
Η λεπτή υφή των μεμβρανών στα τριχοειδή κάνει εύκολη την διάβαση σε νερό και μικρά  μόρια
 αέρια και όλες τις κρυσταλλοειδείς ουσίες, ανόργανα ιόντα, αμινοξέα, ουρία, σάκχαρα, μικρά πεπτίδια, όχι όμως μεγαλομοριακές ουσίες όπως τα λευκώματα που παραμένουν στο πλάσμα με αποτέλεσμα να υφίσταται μεγάλη διαφορά συγκέντρωσης στο πλάσμα και το υγρό των ιστών, που αναπτύσει μέσα στο πλάσμα την κολλοειδοωσμωτική πίεση μεγαλύτερη από αυτής των ιστών. Αυτή η πίεση είναι που συγκρατεί το νερό του πλάσματος με τις διαλυμένες μέσα του ουσίες κατά το δεύτερο μισό της διέλευσής του μέσα από τα τριχοειδή,  όταν αυτή (η κολλοειδοωσμωτική πίεση) αρχίζει να υπερτερεί της υδροστατικής  η οποία επικρατεί αρχικά  και αφού ωθήσει νερό και ουσίες του πλάσματος να περάσουν στο μεσοκυττάριο υγρό , μειώνεται σταδιακά κατά μήκος των τριχοειδών στο πρώτο μισό  τμήμα τους.
 
 
Ο αγγειακός τόνος
Στα αγγεία του αίματοςδιακρίνουμε τρεις στοιβάδες: Το Ενδοθήλιο, την μέση ή Μυική στοιβάδα και την Εξωστοιβάδα 
 
 
Τα αγγεία διατηρούνται σε μια κατάσταση συστολής (αγγειακός τόνος) που οφείλεται  στην επίδραση αγγειοσυσταλτικών συμπαθητικών και παρασυμπαθητικών ινών ( νευρογενής αγγειακός τόνος , που ελέγχεται από το ΚΝΣ) αλλά και σε ενδογενή αυτοματισμό των λείων μυικών ινών τους (μυογενής αγγειακός τόνος).
 
Ο νευρογενής αγγειακός τόνος
Στην μέση Μυική στοιβάδα καθώς και στους προτριχοειδικούς  σφιγκτήρες, καταλήγουν νευρικές ίνες αγγειοδιασταλτικές και αγγειοσυσταλτικές, που προκαλούν μια συνεχή συστολή των λείων μυικών ινών αποτελεί τον νευρογενή αγγειακό τόνο. 
Αυτός,   επιρρεάζεται από μεγάλες δόσεις γαγγλειοπληγικών φαρμάκων Η κατάργησή του από φάρμακα ελαττώνει την αρτηριακή πίεση
 
 Ο μυογενής αγγειακός τόνος, μπορεί να επιρρεαστεί από διάφορους παράγοντες όπως: τις συνθήκες του οργάνου μέσα στο οποίο βρίσκεται, την τοπική περιεκτικότητα σε οξυγόνο και διοξείδιο, την απελευθέρωση Καλίου , διάσπαση ΑΤΡ,αύξηση ωσμωτικής πίεσης στο μεσοκυττάριο υγρό, την θερμοκρασία
Παράγοντες που ρυθμίζουν τον μυογενή αγγειακό τόνο
Ο μυογενής αγγειακός τόνος επιρεάζεται από την αύξηση ή την ελάττωση της υδροστατικής πίεσης ώστε η χωρητικότητα των αγγείων αυξομειώνεται ανάλογα, η αύξηση ή ελάττωση της θερμοκρασίας, η ποσότητα του Ο2 και CO2, την απελευθέρωση Κ+, την διάσπαση ATP. 
Ακόμη από αγγειοδραστικές ουσίες που παράγει το Ενδοθήλιο
(το Ενδοθήλιο, είναι η έσω μονοκύτταρη  στοιβάδα, που υπάρχει σαν επένδυση στο εσωτερικό όλου του κυκλοφορικού συστήματος και της καρδιάς, αποτελεί δε την μοναδική στοιβάδα των τριχοειδών )
Ενδοθήλιο  παράγει ουσίες  ισταμίνη, βραδυκινίνες, αγγειοτονίνη και  ρυθμίζει   λειτουργίες όπως αγγειακός τόνος, αιμόσταση, μεταφορά ουσιών.
Ουσίες που ελευθερώνονται από κύτταρα που καταστρέφονται  όπως ισταμίνη, κιίνες, προσταγλανδίνες, που δρουν αγγειοδιασταλτικά
Ουσίες που μεταφέρονται με το αίμα  του οργανισμού και άλλες όπως, νευροδιαβιβαστές και ορμόνες και ένζυμα, τοξίνες (οι κατεχολαμίνες,, σεροτονίνη), αλλά και έξωτερικές  ουσίες όπως φάρμακα ή δηλητήρια
 βλέπε:
με  τηνΗ αγγειοδιαστολή   μειώνεται η αντίσταση των αγγείων προκαλεί λειτουργική υπεραιμία που αυξάνει τον μυογενή αγγειακό τόνο
.
Σε περίπτωση που την αγγειοδιαστολή προκαλούν ουσίες που ελευθερώνονται  από καταστρεφόμενα κύτταρα (ισταμίνη, κινίνες, προσταγλανδίνες), συμβαίνει  ταυτόχρονα και αύξηση της υδροστατικής πίεσης στα τριχοειδή, ακόμα και αύξηση της διαβατότητάς τους σε λεύκωμα. Αυτό ωδηγεί σε οίδημα
 
Με αντίστοιχο τρόπο εξωτερικές ουσίες που κυκλοφορούν στο αίμα μέσω του ενδοθήλιου ασκούν επίδραση στον αγγειακό τόνο 
Για παράδειγμα  αγγειοδιασταλτικά φάρμακα όπως ανταγωνιστές του ασβεστίου ή ουσίες που αποκλείουν τους υποδοχείς της αδρεναλίνης χορηγούνται σε κάποιες περιπτώσεις αγγειοσύσπασης από γιατρούς
 
 
Οίδημα

Το ποσό του αίματος αυξομειώνεται γιατί ένα ποσό από το υγρό μέρος του μπορεί να περάσει στο μεσοκυττάριο χώρο ή στα κύτταρα ορισμένων συστημάτων ιδιέταιρα όταν βρίσκονται σε έντονη λειτουργία. Ακόμα  η κίνηση του αίματος εξαρτάται και από  φυσικοχημικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν όπως η ωσμωτική πίεση  στα αγγεία που μπορεί να οφείλεται σε σύσφυξη ή χαλάρωση ή μερική καταστροφή των τοιχωμάτων  των αγγείων, ακόμα σε ουσίες που παράγει το σώμα ή που λαμβάνονται εξωτερικά,  ή στην στάση του σώματος 
 
Το Οίδημα είναι η υπέρμετρη αύξηση του μεσοκυττάριου υγρού. Μπορεί να συμβαίνει λόγω αύξησης της ωσμωτικής πίεσης μέσα στα τριχοειδή, ελλάττωση της κολλοειδοωσμωτικής των λευκωμάτων του πλάσματος, αύξηση διαβατότητας των τοιχωμάτων των τριχοειδών για τα λευκώματα.
 
 
 
 
 
Πνευμονικό οίδημα
Στην μικρή κυκλοφορία προς τους πνεύμονες κατά την έξω αναπνοή, στο σημείο των   τριχοειδών , η υδροστατική πίεση είναι μικρότερη από την κολλοειδοωσμωειδή. Σε παθολογικές όμως καταστάσεις αυτό μπορεί να αλλάξει, οπότε υγρό από το πλάσμα  διηθείται προς τον διάμεσο πνευμονικό ιστό αλλά και μέσα στις κυψελίδες. Έτσι προκαλείται το οίδημα στους πνεύμονες λόγω της συγκέντρωσης αυτού του υγρού, που  εμποδίζει τις ανταλλαγές αερίων που συμβαίνουν εκεί. Ο κύριος λόγος  θεωρείται η αδυναμία της αριστερής κοιλίας για την προώθηση του αίματος προς την μεγάλη κυκλοφορία. Αίμα που επιστρέφει στην καρδιά από τους πνεύμονες παραμένει στα φλεβικά τριχοειδή των πνευμόνων με αποτέλεσμα την αύξηση της πίεσης μέσα στα τριχοειδή

 

 

 

ΠΗΓΕΣ

ΕΠΙΤΟΜΗ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ  Ιωάννου Χατζημηνά  1987

http://www.doctor4all.gr/portal/index.php?option=com_content&view=article&id=496:2015-11-17-11-51-27&catid=11:-&Itemid=34

www.youtube.com480 × 360

http://www.aua.gr/~bethanis/fluid_dynamics.pdf

panacea.med.uoa.gr409 × 262

kpe-kastor.kas.sch.gr512 × 221

www.eleodi.gr630 × 419

https://en.wikipedia.org/wiki/Methemoglobinemia

www.cancerdiet.gr › ΚΑΡΚΙΝΟΣ & ΒΙΟΛΟΓΙΑ

www.bodyandstyle.net600 × 403

http://www.galinos.gr/web/drugs/main/nomcodes/02.15

el.wikipedia.org230 × 198

 

ακατεργαστο

. Όταν η αρτηριακή πίεση αυξάνεται , αποστέλλουν νευρικές ώσεις στον προμήκη μυελό που στην συνέχεια μεταφέρονται στο καρδιοανασταλτικό κέντρο για να ρυθμίσει την εκκριση GABA (αρνητική ανάδραση) . Το GABA είναι ανασταλτικός νευροδιαβιβαστής που αναστέλλει στην περίπτωση αυτή την λειτουργία της υπερτασικής περιοχής και ελλαττώνεται περιφεριακά η αγγειοσυστολή ενώ συγχρόνως διεγείρεται το καρδιοανασταλτικό κέντρο .Α

Ανάλογα , για την ρύθμιση του οξυγόνου/ διοξείδιου του άνθρακα στο αίμα

 Αν η ροή προς το αγγειοκινητικό κέντρο ελλαττωθεί πολύ, σε κάποια σημεία των κεντρικών αρτηριών (καρωτιδιακό σωμάτιο, αορτικό τόξο) μια τοπική αύξηση του διοξείδιου του άνθρακα προκαλεί διέγερση του συμπαθητικού, με αποτέλεσμα την αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Αυτός  ο μηχανισμός ονομάζεται ισχαιμική αντίδραση του ΚΝΣ και έτσι ρυθμίζονται  ανάλογα ο όγκος του παλμού και η αναπνοή. 

Ανάλογα, σε περιφεριακές αρτηρίες στην περιοχή του αορτικού τόξου, υπάρχουν χημειουποδοχείς ,που είναι ευαίσθητοι στις μεταβολές της συγκέντρωσης του οξυγόνου, του διοξείδιου του άνθρακα και της οξύτητας του αίματος

 

 

Διάφοροι παράγοντες όπως οι ορμόνες της κυκλοφορίας και τοπικά εκκλυόμενες ουσίες τροποποιούν τον ρυθμό εκκρισης της αδρεναλίνης και επομένως την πίεση στα αγγεία. (Αντανακλαστικός μηχανισμός)

Διάφορες ουσίες μπορεί να καταστείλουν κέντρα του ΚΝΣ. Τα αγγειοκινητικά κέντρα και το κέντρο αναπνοής είναι αυτά που επιρρεάζονται τελευταια γιατί είναι ζωτικής σημασίας για τον οργανισμό (Οι αισθητικές λειτουργείες καταστέλονται πριν απότις κινητικές με διάφορες αναισθητικές ουσίες). Οι ουσίες που δίνονται για την αναισθησία που είναι απαραίτητη κατά τις χειρουργικές επεμβάσεις, επιδρά σε έναν βαθμό και στον προμήκη μυελό με σκοπό να ελαττώσει τον μυικό τόνο και να καταργήσει τα αντανακλαστικά.

Εάν με την λήψη κάποιων ουσίών, επηρρεαστεί περισσότερο ο προμήκης μυελός, καταστέλλεται η αναπνοή και τελειώνει με καρδιακή ανεπάρκεια και θάνατο

 

1,1 διχλωροαιθάνιο χρησιμοποιήθηκε σαν αναισθητικό πρόκληση καρδιακής αρρυθμίας

 

 

Φυσικοί τρόποι μεταφοράς ουσιών μέσα στο ανθρώπινο σώμα.
Οι ουσίες που είναι απαραίτητο να κυκλοφορούν μέσα στο ανθρώπινο σώμα βρίσκονται τις περισσότερες φορές διαλυμένες στα σωματικά υγρά (αίμα, μεσοκυττάριο υγρό, ούρα, σίελος κ.λ.π.). 
Οι τρόποι να διακινηθούν νερό και ουσίες μέσα και ανάμεσα σε αγγεία καθορίζονται από νόμους της φυσικής 
Στην περίπτωση της ύπαρξης αερίων διαλυμάτων που συναντώνται μέσα στις πνευμονικές κυψελίδες, η μεταφορά ουσιών  από και προς αυτές ακολουθεί περίπου τους ίδιους φυσικοχημικούς νόμους μεταφοράς ουσιών μεταξύ διαλυμάτων με καθοριστικές όμως τροποποιήσεις.
Εδώ βέβαια  αναφέρονται οι μερικές πιέσεις των αέριου (οξυγόνου,αζώτου , διοξειδίου του άνθρακα κ.ο.κ)
Να επανέλθουμε όμως στα υγρά διαλύματα δια μέσου των οποίων διακινούνται οι ζωτικές  ουσίες Πρακτικά συναντάμε τα εξής οριοθετημένα διαλύματα 
1.Τα αγγεία του κυκλοφορικού συστήματος αρτηρίες φλέβες και τριχοειδή υπάρχει το αίμα που περιέχει με νερό, ανόργανα , ιόντα,  μικρά μόρια (γλυκόζης , λιπαρών οξέων, λιπών, , αμινοξέων , χρωστικών, βιταμινώνκ.α.)
 
2. Στο χώρο ανάμεσα στα κύτταρα υπάρχει το μεσοκυττάριο υγρό  ( υγρό μεταξύ των κυττάρων) που περιέχει επίσης διαλυμένες ουσίες που περνούν από το αίμα και τα κύτταρα μέσω των μεμβρανών. 
 
3.Τις  κλειστές μεμβράνες όπως είναι η κυτταρική  που περικλείει το περιεχόμενο του κυττάρου.
 
Στην πράξη μας ενδιαφέρει  η ανταλλαγή ουσιών με το εσωτερικό του κυττάρου ( όπως και με τα οργανίδια  στο εσωτερικό των κυττάρων ) . Αυτοί οι χώροι βέβαια επικοινωνούν μεταξύ τους και ανταλλάσουν ουσίες δια μέσου των μεμβρανών , που είναι ένα θέμα που χρειάζεται ιδιέταιρη πποσοχή και μελέτη
 
Η  κινητήρια δύναμη για την διακίνηση ουσιών  δια μέσου των μεμβρανών είναι η διαφορά πιέσεων στις δυο πλευρές της μεμβράνης
Δηλαδή της υδροστατικής, της αρτηριακής (που είναι πιεζοπλευρική στα τοιχώματα των αγγείων) , της κολλοειδοσμωτικής λόγω των λευκωμάτων του αίματος, της ολικής Ωσμωτικής αλλά και των μερικών πιέσεων του κάθε συστατικού των διαλυμάτων.
Για τα υγρά διαλύματα υπάρχουν οι  εξής τρεις τρόποι διακίνησης: 
Α. Διάχυση: Μεταξύ δυο διαλυμάτων διακινούνται ουσίες από αυτό με την μεγαλύτερη προς αυτό με την μικρότερη συγκέντρωση  (γλυκόζη, αμονοξέα, ουρία, ανόργανα ανιόντα και κατιόντα οξυγόνο και διοξείδιο του άνθρακα κ.α.).Αποτελεί τον κυριότερο μηχανισμό διακίνησης βασικών ουσιών λόγω διαφοράς των συγκεντρώσεων και των μερικών πιέσεων τωων συστατικών των διαλυμάτων.
Β. Διήθηση : Μεταφορά νερού με τις διαλυμένες ουσίες του μεταξύ των τοιχωμάτων των τριχοειδών με κινούσα δύναμη την διαφορά της υδροστατικής πίεσης
Γ. ΔιαπίδησηΜεταφορά νερού με τις διαλυμένες ουσίες του μέσα από τα τοιχώματα των τριχοειδών με κινούσα δύναμη την κολλοειδωσμωτική πίεση 
(Η κολλοειδωσμωτική πίεση είναι η πίεση που ωφείλεται σε διαλυμένες πρωτείνες που  η τιμή της είναι  αμεληταία, εκτός από τα τριχοειδή όπου υπερτερεί της υδροστατικής και αρτηριακής, ώστε να παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανταλλαγή ουσιών με τα κύτταρα)
 
Τα δυο αναπνευστικά αέρια το οξυγόνο που μεταφέρεται διαρκώς στα κύτταρα για να χρησιμοποιηθεί για τις οξειδώσεις καθώς και το διοξείδιο του άνθρακα που παράγεται από αυτές αλλάζουν συχνά περιβάλλον και τρόπους διακλινησης στην διάρκεια αυτής της πορείας τους. 
Οι πνεύμονες, όργανα με μεγάλη ελαστικότητα διοχετεύουν διαρκώς μέσω των αεροφόρων οδών ατμοσφαιρικό αέρα στις πνευμονικές κυψελίδες που καταλήγουν. Αυτό γιατί το οξυγόνο που χρησιμοποιείται τελικά για τις οξειδώσεις στα κύτταρα είναι αυτό που πρέπει διαρκώς να αναπληρώνεται μέσω της αναπνοής. 
 
 
 
Η Ωσμωση , η ωσμωτική πίεση , η υδροστατική και η κολλοειδοωσμωτική
 

Ώσμωση εμφανίζουν  διαλύματα διαφορετικής συγκέντρωσης που χωρίζονται από μεμβράνη επειδή στο αραιότερο διάλυμα τα μόρια έχουν μεγαλύτερη κινητικότητα διαπερνούν την μεμβράνη μέχρι να εξισωθούν οι συγκεντρώσεις. Για να εμποδιστεί το φαινόμενο της ώσμωσης πρέπει να ασκηθεί πίεση που λέγεται ωσμωτική πίεση.
Στα αγγεία του κυκλοφορικού λόγω παρουσίας άλλων διαλυμένων ουσιών (ανόργανα ιόντα και μικρά μόρια ) εμφανίζεται το φαινόμενο της ώσμωσης και της ωσμωτικής πίεσης. Με διάφορους μηχανισμούς όπως η λειτουργία των νεφρών και η διακίνηση ιόντων με τον έλεγχο ορμονών,  διατηρείται μεταξύ πλάσματος του αίματος και υγρού των ιστών ισοιοντία
 
Στο  πλάσμα   εμφανίζεται και η κολλοειδοωσμωτικη πίεση  που  οφείλεται επίσης στην παρουσία μεγάλων μορίων κυρίως  λευκωμάτων . Είναι αμεληταία στην κυκλοφορία στις αρτηρίες και φλέβες γιατί είναι   πολύ μικρότερη   από  την   ωσμωτική λόγω μικρομοριακών μορίων και  ιόντων  .περίπου 1/200 της ωσμωτικής  στο πλάσμα αλλά και στο υγρό των ιστών που οφείλεται σε διαλυμένα ιόντα και μικρομοριακές ουσίες. Όμως παίζει καθοριστικό ρόλο όταν το αίμα διέρχεται απότα τριχοειδή αγγεία. 
 Εδώ όμως εκτός από τις ωσμωτικές  θα πρέπει να αναφέρουμε και την κυριότερη την αρτηριακή πίεση  που η καρδιά ασκεί στο αίμα.
 
Το αίμα στα αγγεία κινείται λόγω των ώσεων της καρδιάς που μεταφέρει την πίεση από τις συστολές της  στην αορτή και αυτός είναι ο λόγος που το αίμα μέσω των αρτηριών διαμοιράζεται σε ολόκληρο το σώμα.
Στην υδροδυναμική και στην αιμοδυναμική που κατά προσέγγιση οι νόμοι της ταυτίζονται με την υδροδυναμική, κινούσα δύναμη στα υγρά είναι η διαφορά πιέσεως και αυτό κυρίως είναι η αρτηριοφλεβική διαφορά πίεσης , αυτή  αορτή και η τελική φλεβική πίεση που θεωρείται μηδέν, δηλαδή ίση με την ατμοσφαιρική.
 
 Σε κάθε διοχέτευση αίματος στην αορτή, η πίεση αυτής αυξάνεται απότομα και αυτή η αύξηση επεκτείνεται κατά μήκος όλων των αρτηριών και φράνει έως τα αρτηρίδια.Συνεπώς το κυκλοφορικό σύστημα βρίσκεται συνεχώς σε  λειτουργία για να διατηρήσει την πίεση στην αορτή. Η αρτηριακή πίεση είναι κυρίως πιεζοπλευρική πίεση που ασκείται στα τοιχώματα των αρτηριών που είναι ελαστικές. 
 Το αίμα περνά στα φλεβίδια μέσω ενός πυκνού δικτύου τριχοειδών που αποτελούν το λειτουργικά σημαντικότερο τμήμα του κυκλοφορικού γιατί πετυχαίνουντην διατήρηση της ομοιόστασης του υγρού των ιστών.  Αποτέλεσμα εικόνας για τριχοειδη αγγεια
Τα γνήσια τριχοειδή δεν φέρουν μυικές ίνες για να μπορέσουν να ρυθμίσουν την πίεση με την σύσφιξη ή την χαλάρωση και συνεπώς την πίεση, όπως οι αρτηρίες. Φέρουν όμως στην αρχή τους δυο λείες μυικές ίνες που με την συστολή ή την χαλάρωσή τους ρυθμίζουν την ροή του αίματος στο τριχοειδές. 
 
Η λεπτή υφή των μεμβρανών στα τριχοειδή κάνει εύκολη την διάβαση σε νερό και μικρά  μόρια
 αέρια και όλες τις κρυσταλλοειδείς ουσίες, ανόργανα ιόντα, αμινοξέα, ουρία, σάκχαρα, μικρά πεπτίδια, όχι όμως μεγαλομοριακές ουσίες όπως τα λευκώματα που παραμένουν στο πλάσμα με αποτέλεσμα να υφίσταται μεγάλη διαφορά συγκέντρωσης στο πλάσμα και το υγρό των ιστών, που αναπτύσει μέσα στο πλάσμα την κολλοειδοωσμωτική πίεση μεγαλύτερη από αυτής των ιστών. Αυτή η πίεση είναι που συγκρατεί το νερό του πλάσματος με τις διαλυμένες μέσα του ουσίες κατά το δεύτερο μισό της διέλευσής του μέσα από τα τριχοειδή,  όταν αυτή (η κολλοειδοωσμωτική πίεση) αρχίζει να υπερτερεί της υδροστατικής  η οποία επικρατεί αρχικά  και αφού ωθήσει νερό και ουσίες του πλάσματος να περάσουν στο μεσοκυττάριο υγρό , μειώνεται σταδιακά κατά μήκος των τριχοειδών στο πρώτο μισό  τμήμα τους.
 
 
Ο αγγειακός τόνος
Τα αγγεία διατηρούνται σε μια κατάσταση συστολής (αγγειακός τόνος) που οφείλεται  στην επίδραση αγγειοσυσταλτικών συμπαθητικών και παρασυμπαθητικών ινών ( νευρογενής αγγειακός τόνος , που ελέγχεται από το ΚΝΣ) αλλά και σε ενδογενή αυτοματισμό των λείων μυικών ινών τους (μυογενής αγγειακός τόνος).
Ο νευρογενής αγγειακός τόνος  επιρρεάζεται από μεγάλες δόσεις γαγγλειοπληγικών φαρμάκων Η κατάργησή του από φάρμακα ελαττώνει την αρτηριακή πίεση
 Ο μυογενής αγγειακός τόνος, μπορεί να επιρρεαστεί από διάφορους παράγοντες όπως: τις συνθήκες του οργάνου μέσα στο οποίο βρίσκεται, την τοπική περιεκτικότητα σε οξυγόνο και διοξείδιο, την απελευθέρωση Καλίου , διάσπαση ΑΤΡ,αύξηση ωσμωτικής πίεσης στο μεσοκυττάριο υγρό, την θερμοκρασία
Ακόμα ουσίες του οργανισμού και άλλες όπως, νευροδιαβιβαστές και ορμόνες και ένζυμα (οι κατεχολαμίνες, ισταμίνη, βραδυκινίνες, αγγειοτονίνη, σεροτονίνη), αλλά και διάφορες άλλες ουσίες , , κινίνες, προσταγλανδίνες, φαρμακα κ.α.
Ο μυογενής τόνος επιρεάζεται από την αύξηση ή την ελάττωση της υδροστατικής πίεσης ώστε η χωρητικότητα των αγγείων αυξομειώνεται ανάλογα. 
.
Σε περίπτωση που την αγγειοδιαστολή προκαλούν ουσίες που ελευθερώνονται  από καταστρεφόμενα κύτταρα (ισταμίνη, κινίνες, προσταγλανδίνες), συμβαίνει  ταυτόχρονα και αύξηση της υδροστατικής πίεσης στα τριχοειδή, ακόμα και αύξηση της διαβατότητάς τους σε λεύκωμα. Αυτό ωδηγεί σε οίδημα
 
 
Οίδημα

Το ποσό του αίματος αυξομειώνεται γιατί ένα ποσό από το υγρό μέρος του μπορεί να περάσει στο μεσοκυττάριο χώρο ή στα κύτταρα ορισμένων συστημάτων ιδιέταιρα όταν βρίσκονται σε έντονη λειτουργία. Ακόμα  η κίνηση του αίματος εξαρτάται και από  φυσικοχημικούς παράγοντες που αναφέρθηκαν όπως η ωσμωτική πίεση  στα αγγεία που μπορεί να οφείλεται σε σύσφυξη ή χαλάρωση ή μερική καταστροφή των τοιχωμάτων  των αγγείων, ακόμα σε ουσίες που παράγει το σώμα ή που λαμβάνονται εξωτερικά,  ή στην στάση του σώματος 
 
Το Οίδημα είναι η υπέρμετρη αύξηση του μεσοκυττάριου υγρού. Μπορεί να συμβαίνει λόγω αύξησης της ωσμωτικής πίεσης μέσα στα τριχοειδή, ελλάττωση της κολλοειδοωσμωτικής των λευκωμάτων του πλάσματος, αύξηση διαβατότητας των τοιχωμάτων των τριχοειδών για τα λευκώματα.
 
 
 
 
 
Πνευμονικό οίδημα
Στην μικρή κυκλοφορία προς τους πνεύμονες κατά την έξω αναπνοή, στο σημείο των   τριχοειδών , η υδροστατική πίεση είναι μικρότερη από την κολλοειδοωσμωειδή. Σε παθολογικές όμως καταστάσεις αυτό μπορεί να αλλάξει, οπότε υγρό από το πλάσμα  διηθείται προς τον διάμεσο πνευμονικό ιστό αλλά και μέσα στις κυψελίδες. Έτσι προκαλείται το οίδημα στους πνεύμονες λόγω της συγκέντρωσης αυτού του υγρού, που  εμποδίζει τις ανταλλαγές αερίων που συμβαίνουν εκεί. Ο κύριος λόγος  θεωρείται η αδυναμία της αριστερής κοιλίας για την προώθηση του αίματος προς την μεγάλη κυκλοφορία. Αίμα που επιστρέφει στην καρδιά από τους πνεύμονες παραμένει στα φλεβικά τριχοειδή των πνευμόνων με αποτέλεσμα την αύξηση της πίεσης μέσα στα τριχοειδή